Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 24, 2013)

Χωρίς κατηγορία

Αιθεροβάμων, -ων, -ον
{αιθεροβάμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. –ονα), -όνων} (αρχαιοπρ. –κυριολ.) 
αυτός που κινείται, βαδίζει στους αιθέρες
(κυρ. μτφ) αυτός που κινείται εκτός πραματικότητας, που σκέφτεται ή ενεργεί χωρίς επίγνωση της πραγματικότητας: έντιμος αλλά ~, αυτά που υποστηρίζει δεν είναι ρεαλιστικά.
ΣΥΝ. αεροβάμων, ουτοπιστής, ανεδαφικός, φαντασιοκόπος, ονειροπόλος
ΑΝΤ. ρεαλιστής, πραγματιστής, προσγειωμένος – επίσης αιθεροβάμονας (ο/η)
[ετυμολογία: αρχ. αιθήρ, έρος + -βάμων < βαίνω]
Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση 2006, σελίδα 86