Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 37, 2019)

Παυσίλυπος, -ή, -ό (λογ.) αυτός που περιορίζει τη στεναχώρια, που μειώνει την ένταση της λύπης. ΕΤΥΜ.: αρ.χ < παυσι- (< παύω, πβ. παῦσ-ις) + -λυπος < λύπη. Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση (2006), σελίδα 1360

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 36, 2019)

Εύβουλος, -ή, -ό (αρχαιοπρ.) αυτός που έχει την ικανότητα να σκέπτεται ορθά και με σύνεση ΣΥΝ.: συνετός, φρόνιμος, σώφρων, νουνεχής ΑΝΤ.: ασύνετος, άφρων, άκριτος, απερίσκεπτος – ευβούλως επιρρ. (μτγν) – ευβουλία (η) (αρχ.) ΕΤΥΜ.: αρχ < εὐ + -βουλος < βουλή “σκέψη, απόφαση” Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση (2006), […]

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 34, 2019)

Αψίκορος, -η, -ο 1. αυτός που χορταίνει γρήγορα, που φθάνει σύντομα στον κορεσμό 2. αυτός που συχνά ή γρήγορα μεταβάλλει διάθεση – επίρρ. αψίκορα ΣΧΟΛΙΟ: λ. Κουτσός ΕΤΥΜ.: <αρχ. ἀψίκορος < ἀψι (<ἂπτω) + κόρος < κορέννυμι “χορταίνω” (βλ.λ. κορεσμός) Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση (2006), σελίδα 335

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 33, 2019)

Ληψοδοσία (η) [ληψοδοσιών] (λογ.) η εμπορική συναλλαγή ΣΥΝ.: δοσοληψία, αγοραπωλησία, (λαϊκ.) πάρε-δώσε, αλισβερίσι. ΕΤΥΜ: < ληψο- (λήψη) + δοσία (<δόση) Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση (2006), σελίδα 1009

Όλο το άρθρο