Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 19, 2020)

Μανιπουλάρω ρ. μετβ. (μανιπουλάρισα), επηρεάζω επιδέξια (άτομο ή ομάδα), με τρόπο που να σκέπτεται και να ενεργεί όπως επιθυμώ: μερικοί συνδικαλιστές προσπαθούν να μανιπουλάρουν τους εργαζομένους ΣΥΝ.: χειραγωγώ – μανιπουλάρισμα (το) ΕΤΥΜ.: < ιταλ. manipolare < λατιν. Manipulus “χούφτα” Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση (2006), σελίδα 1045

Όλο το άρθρο