Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 23, 2020)

διαλανθάνω ρ. μετβ. (αρχ.) διέλαθα (λογ.) στη φρ. Διαλανθάνει / διέλαθε την προσοχή μου, διέφυγε την προσοχή μου: διαλανθάνει την προσοχή σας, όμως και η κοινωνική διάσταση του θέματος || η στάση του δεν διέλαθε την προσοχή μου.

Όλο το άρθρο