Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 28, 2013)

Χωρίς κατηγορία

Ασθμαίνω

ρ. αμετβ. [αρχ] {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.}
1. αναπνέω δύσκολα και ακανόνιστα, έχω δύσπνοια ΣΥΝ. ασφυκτυώ, πνίγομαι, λαχανιάζω, αγκομαχώ.
2. (μεταφ.) καταβάλλω πολύ μεγάλη προσπάθεια (ώστε να μου κόβεται η ανάσα), για να προλάβω∙ κυρ. η μετχ. Ασθμαίνων, -ούσα, -ον: κατέφθασε ασθμαίνων || (εμφατ.) εμφανίστηκε ασθμαίνων και πνευστίων.

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση 2006 – σελίδα295