Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 27, 2013)

Χωρίς κατηγορία

Αράθυμος, -η, -ο
1. αυτός που οργίζεται εύκολα και γρήγορα, αψίθυμος. ΣΥΝ. Ευέξαπτος, οργίλος
2. ράθυμος, νωθρός.
-αραθυμία (η) [μεσν.], αραθυμώ ρ. [μεσν] {-εις …}

[ΕΤΥΜ: μεσν. (σημ1) < α- στερητ. + ράθυμος 
– (σημ.2) α- προθεμ. + ράθυμος]

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση 2006 – σελίδα267