Κατηγορίες
Χωρίς κατηγορία

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 23, 2013)


Iδιώνυμος, -η, -ο


ιδιαίτερος, ξεχωριστός στις φράσεις α) ΝΟΜ. Ιδιώνυμο (αδίκημα) το αδίκημα για το οποίο προβλέπονται ιδιαίτερες (ελαφρύτερες ή βαρύτερες) ποινές από αυτές που προβλέπονται για τα αδικήματα της γενικής κατηγορίας όπου υπάγεται: η σωματική βλάβη ανηλίκων αποτελεί ~ που τιμωρείται αυστηρότερα από την απλή σωματική βλάβη.
β) ΠΟΛΙΤ. Ιδιώνυμο (το) {ιδιωνύμου} κατασταλτικό μέτρο που ίσχυε από το 1929 μέχρι το 1975 και ποινικοποιούσε την υποστήριξη και διάδοση των κομμουνιστικών ιδεών.

[ΕΤΥΜ. Μτγν. Αρχική σημασία “αρμόζων”, < ίδι(ο)+ώνυμος (με έκταση του αρχικού φωνήεντος εν συνθέσει) < όνυμα, αιτολ. τ. λέξης όνομα. Ο νομικός όρος αποτελεί απόδοση του λατινικού delicta sui generis (κατά λέξη: ιδιογενή αδικήματα / εγκλήματα]

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση 2006, σελίδα 771