1453-2013: 560 χρόνια από την Άλωση της Πόλης

Χωρίς κατηγορία

560 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την Άλωση της Πόλης από τους Τούρκους.
Με την ευκαιρία αυτή αναρτούμε ένα ενδιαφέρον άρθρο του Γρηγόρη Γιοβανόπουλου που αναφέρεται στις τελευταίες μέρες της Πόλης αλλά και στο μύθο γύρω από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον τελευταίο Βυζαντινό αυτοκράτορα.

O ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Μίαν φοράν, όταν επήραμεν το Ναύπλιον, ήλθε ο Άμιλτων να με ιδή. Μου είπε ότι: “Πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμόν και η Αγγλία να μεσιτεύση”.
Εγώ του αποκρίθηκα ότι: “Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος.
Εμείς, καπετάν Άμιλτων, ποτέ συμβιβασμόν δεν εκάμαμεν με τον Τούρκο. Άλλους έκοψε, άλλους εσκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς εμείς, εζούσαμεν ελεύθεροι από γενεά εις γενεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε. Η φρουρά του είχε παντοτινόν πόλεμον με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήταν πάντοτε ανυπότακτα”. Με είπε: “Ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια;”. “Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι κλέφτες, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά”. Έτσι δεν με ομίλησε πλέον.
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ “ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΥΛΗΣ” 
Τι είναι άραγε αυτό που τόσα χρόνια μετά την τελευταία μάχη του θρυλικού Βασιλιά τον κρατά ακόμα ζωντανό στη μνήμη των Ελλήνων;

Τι είναι αυτό που έκανε τον αγράμματο «Γέρο του Μοριά» να επικαλεστεί αυτόν τον τελευταίο μαρτυρικό Αυτοκράτορα;
Τι είναι αυτό που ονόμασε τον Βασιλιά Κωνσταντίνο Α’ «Δωδέκατο»;
Οι λαοί δεν θέλουν να πιστέψουν πως οι ήρωές τους πεθαίνουν. Ο Ηρακλής δεν πέθανε ποτέ, ανέβηκε σύμφωνα με τη μυθολογία στον Όλυμπο, ο Αλέξανδρος αναζητείται ακόμη από τη «Γοργόνα» , «ζει ο Βασιλιάς Αλέξανδρος;» ρωτά τους ναυτικούς . «Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει» απαντούν αυτοί θέλοντας ίσως και αυτοί (και όλοι μας) να το πιστεύουν.
Έτσι και μετά την Άλωση οι Έλληνες είχαν την ανάγκη να περιμένουν τον ηρωικό Αυτοκράτορα να γυρίσει και να ελευθερώσει την πατρίδα τους.
Γι ‘αυτούς ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν πέθανε ποτέ. Για πολλούς ζούσε και ζει στα όνειρά τους. Κανείς δεν ξέρει που είναι ο τάφος του, ο εκκλησία δεν τον ανακήρυξε άγιο, το έθνος δεν τον τίμησε σαν νεκρό
Όταν στις 6 Ιανουαρίου1449στέφθηκε αυτοκράτορας στον Μυστρά και πήγε στην Κωνσταντινούπολη η λεγόμενη Αυτοκρατορία περιλάμβανε τη Σηλυβρία, την Πέρινθο, το φρούριο των Εουβατών, τη Μεσημβρία, την Αγχίαλο και τον Βίζωνα. Τα λίγα νησιά του Αιγαίου που ανήκαν στην Αυτοκρατορία ήταν σε κακή κατάσταση και ελάχιστα ή καθόλου μπορούσαν να βοηθήσουν την Πόλη. Η άλλοτε “Βασιλίδα των πόλεων” πλέον αριθμούσε περίπου 80.000 κατοίκους, που δεν ήταν όλοι Έλληνες. Επιπλέον η Πόλη ζούσε τον θρησκευτικό διχασμό ανάμεσα σε «ενωτικούς» και «ανθενωτικούς» . Ο Κωνσταντίνος αντιλαμβανόμενος την κατάσταση απευθύνθηκε στους δυτικούς «συμμάχους» (κάτι μας θυμίζει σίγουρα αυτό) για βοήθεια, προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές, επισκεύαζε πυρετωδώς τα χιλιόχρονα τείχη και οργάνωνε συνεχώς τις μικρές του στρατιωτικές δυνάμεις.
Ωστόσο ο νέος Σουλτάνος των Οθωμανών Μεχμέτ Β’ στις 15 Απριλίου 1452 άρχισε με χιλιάδες εργάτες να κατασκευάζει στην Ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου το κάστρο «Μπογάζ Κεσέν» το γνωστό Ρουμελί Χισάρ το οποίο απέκοψε τον εφοδιασμό της Πόλης από τη Μαυρη θάλασσα. Ήταν πλέον φανερό πως η απόφαση για πολιορκία της Πόλης είχε παρθεί. Στις 2 Απριλίου τα πρώτα Οθωμανικά στρατεύματα έφτασαν έξω από τα τείχη της Πόλης ενώ στις 5 Απριλίου 1453 έφτασε και ο Σουλτάνος Μεχμέτ και έστησε τη σκηνή του απέναντι από την πύλη του Αγίου Ρωμανού.
Στις 21 Μαΐου 1453 ζητά από τον Κωνσταντίνο την παράδοση της πόλης. Η απάντηση του Κωνσταντίνου αντάξια της χιλιόχρονης ιστορίας της Αυτοκρατορίας δεν αφήνει κανένα περιθώριο. ”Τό δέ τήν Πόλιν σοι δούναι, ουτ’ εμόν εστί ούτε άλλου τών κατοικούντων εν αυτή… Κοινή γάρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν καί ού φεισόμεθα τής ζωής ημών….”


Η επίθεση ορίστηκε για την νύχτα της 29ης Μαΐου.
Στις 28 Μαΐου τελέστηκε στην Αγία Σοφία, η τελευταία χριστιανική ακολουθία , την οποία παρακολούθησε πλήθος αξιωματούχων και πιστών. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ σε λόγο προς τον λαό του, όπως τον διασώζει ο Σφραντζής, τον προέτρεψε να αντισταθεί γενναία, λέγοντας ότι οι Τούρκοι «υποστηρίζονται από όπλα, ιππικό, πυροβολικό και την αριθμητική τους υπεροχή, εμείς όμως στηριζόμεθα πρώτα στον Θεό και Σωτήρα μας και κατόπιν στα χέρια μας και στην δύναμή μας που μας έχει χαρίσει ο ίδιος ο Θεός». Ο Κωνσταντίνος ολοκλήρωσε την ομιλία του ως εξής: …Γνωρίσατε λοιπόν τούτο: Εάν ειλικρινά υπακούσετε ό,τι σας διέταξα, ελπίζω ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία Του, που κρέμεται επάνω μας.
Την Τρίτη το βράδυ, 29 Μαΐου, μεταξύ 01.00 και 02.00, εκδηλώθηκε γενική τουρκική επίθεση. Μόλις δόθηκε το σύνθημα η πόλη υπέστη συνδυασμένη επίθεση από τρεις πλευρές συγχρόνως. Οι Βυζαντινοί κατάφεραν να αποκόψουν τις υπόγειες σήραγγες απ’ όπου οι Τούρκοι προσπάθησαν να περάσουν κάτω από τα τείχη. Παρόλο που στις επιθέσεις ήταν περισσότεροι αριθμητικά, οι υπερασπιστές τους απώθησαν αρκετές φορές προκαλώντας τους τρομερές απώλειες. Οι δύο πρώτες επιθέσεις αποκρούστηκαν. Όμως ο Μωάμεθ Β’ οργάνωσε πολύ προσεκτικά την τρίτη και τελευταία επίθεση. Με ιδιαίτερη επιμονή οι Τούρκοι επιτέθηκαν κατά του μέρους των τειχών το οποίο ήταν κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού όπου πολεμούσε και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας. Ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης, ο Γενουάτης Ιουστινιάνι, τραυματίστηκε σοβαρά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα. Αυτή η απώλεια υπήρξε ανεπανόρθωτη για τους Βυζαντινούς.
Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να σπάσουν τη γραμμή άμυνας των τειχών, παρά μόνο όταν από εσωτερική προδοσία μπήκαν από την Κερκόπορτακαι περικύκλωσαν τους αμυνόμενους.
Στα τείχη δημιουργούνταν συνεχώς ρήγματα και ο Αυτοκράτορας, πολεμώντας ως απλός στρατιώτης, έπεσε στην μάχη και από εκείνη τη στιγμή πέρασε στη σφαίρα του θρύλου.
Ο τρόπος θανάτου αλλά και ο τόπος ταφής του απασχολούν ακόμη τους ιστορικούς αλλά και όλους αυτούς που βλέποντας το αναπόφευκτο τέλος έλεγαν το… «πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι».
Ο Σουλτάνος Μεχμέτ ο Β’ μετά τη μάχη θέλησε να μάθει τι απέγινε ο αντίπαλός του.
Το ακέφαλο σώμα του αναγνωρίστηκε από τις περικνημίδες με τους χρυσούς δικέφαλους αετούς. Σύμφωνα με τον Σφραντζή ο Σουλτάνος διέταξε τους Χριστιανούς που γλύτωσαν από τη σφαγή να τον θάψουν με βασιλικές τιμές.
Ο Δούκας αντίθετα αναφέρει πως δύο Τούρκοι παρουσιάστηκαν στον Σουλτάνο και βεβαίωσαν πως αυτοί σκότωσαν τον Αυτοκράτορα και για επιβεβαίωση εμφάνισαν το κεφάλι του που αναγνωρίστηκε από τον Μέγα δούκα Λουκά Νοταρά. Σύμφωνα με το Σλαβονικό χρονικό ένας Σέρβος στρατιώτης παρουσίασε την κεφαλή του Αυτοκράτορα η οποία αφού εκτέθηκε πάνω σε μια κολόνα, επέστρεψε στον ορθόδοξο κλήρο για να ταφεί με τις ανάλογες τιμές.
Να ταφεί όμως που;
Σχεδόν όλοι συμφωνούν πως το σώμα και ίσως η κεφαλή του μαρτυρικού Αυτοκράτορα θάφτηκε από τους Χριστιανούς που απέμειναν στην Πόλη.
Καθώς όμως δεν υπάρχει ακριβής αναφορά για την τοποθεσία ταφής, ένα πέπλο μυστηρίου σκεπάζει τον τόπο που «κοιμάται» ο τελευταίος Αυτοκράτορας.
Από αφηγήσεις κυρίως ανώνυμων ή από μαρτυρίες που επέζησαν μετά από πολλά χρόνια πιστεύεται πως ο Αυτοκράτορας ετάφη στο ναό των Αγίων Δώδεκα αποστόλων μιας και εκεί συνηθίζονταν να θάβονται οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες. Εκεί ήταν και η έδρα του Πατριαρχείου μετά την Άλωση. Όμως αργότερα ο ναός γκρεμίστηκε και στη θέση του χτίστηκε το Φατίχ Τζαμί (Τζαμί της κατάκτησης).
Εκεί είναι και το μαυσωλείο του Σουλτάνου Μεχμέτ του Β’ του Πορθητή. Λέγεται ότι κατά τις εργασίες ανέγερσης του Τζαμιού το 1457, ο Έλληνας αρχιτέκτονας Χριστόδουλος, συνέλεξε τα οστά και τα τοποθέτησε στη κρύπτη του Τζαμιού όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα.
Άλλη παράδοση θέλει το σώμα του Κωνσταντίνου να μεταφέρεται στην Κρήτη από τους γενναίους Κρήτες πολεμιστές που αφού προκάλεσαν τεράστια φθορά στους εισβολείς αποχώρησαν με τα όπλα τους και το σώμα του αυτοκράτορα, το οποίο έθαψαν στο νησί τους. Η συγκεκριμένη όμως εκδοχή ελάχιστες πιθανότητες έχει να είναι αληθινή.
Στη συνοικία Φατίχ της Κωνσταντινούπολης, πολύ κοντά στον Κεράτιο κόλπο βρίσκεται το Γκιουλ Τζαμί.
Είναι ο παλιός βυζαντινός ναός της Αγίας Θεοδοσίας . Κάθε χρόνο στις 29 Μαΐου την ημέρα που γιορτάζονταν η μνήμη της οι Χριστιανοί στόλιζαν το ναό με τριαντάφυλλα.
Όταν την 29η Μαϊου 1453 έπεσε η Πόλη οι Τούρκοι που εισέβαλαν στο ναό έμειναν έκθαμβοι από την ομορφιά των χιλιάδων τριαντάφυλλων και αναφώνησαν «Γκιουλ Τζαμι!!!!» (Γκιουλ –τριαντάφυλλο). Από την Άλωση και μετά η παράδοση συνέδεσε το ναό της Αγίας Θεοδοσίας με τον τάφο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Λέγεται πως υπήρχε ένας απλός τάφος χωρίς επιγραφή με ένα καντήλι που έκαιγε συνεχώς μέρα νύχτα. Επί αιώνες έβλεπαν αυτό το καντήλι να καίει και πίστευαν πως ο ίδιος ο Σουλτάνος έδωσε διαταγή να μην σβήσει ποτέ και να πληρώνεται το λάδι από το θησαυροφυλάκιό του. Αν αληθεύει πως δόθηκε το σώμα του Αυτοκράτορα στους Χριστιανούς για να ταφεί μοιάζει πολύ λογικό να το έθαψαν εκεί μιας και ο ναός γιόρταζε εκείνες τις ημέρες. Πώς όμως μπορούμε να το πιστοποιήσουμε; Μοιάζει αδύνατο ως απίθανο να γίνουν έρευνες εκεί.
Μια άλλη όμως μαρτυρία συνδέει το Γκιουλ Τζαμί με την ταφή σημαντικής προσωπικότητας. Πρόκειται για τη μαρτυρία της Βυζαντινολόγου Μαρίας Θεοχάρη κόρης του Ακαδημαϊκού Περικλή Θεοχάρη που κατόρθωσε να φτάσει στο υπόγειο του Τζαμιού, όπου έκπληκτη αντίκρισε έναν τάφο με την επιγραφή «ενθάδε κείται ο 13ος Απόστολος». Προκύπτει το βασανιστικό ερώτημα για το ποιος θα μπορούσε να αποκληθεί έτσι και γιατί δεν αναγράφτηκε το πραγματικό όνομα. Ήθελαν να κρύψουν κάτι ή να υπονοήσουν κάτι; Ποιος ξέρει.
Φαντάζομαι όμως πως η μαρτυρία της κυρίας Μαρίας Θεοχάρη είναι απόλυτα αξιόπιστη καθώς η πορεία της στην επιστήμη το εγγυάται απόλυτα.
Τον Ιούλιο του 1907 ο Ξ. Σιδερίδης δημοσίευσε μελέτη όπου διεξοδικά ερεύνησε το θέμα του τόπου ταφής του τελευταίου Αυτοκράτορα.
Ο ναός της Αγίας Θεοδοσίας και το Γκιουλ Τζαμί έχει πρωτεύουσα θέση στην συγκεκριμένη μελέτη, επίσης αναφέρονται και οι τοποθεσίες Σουλού Μοναστίρ (μονή Μπαλουκλή), Βεφά Μεϊτάν (Βεφά Πλατεία).
Ούτως ή άλλως η Κωνσταντινούπολη είναι η Πόλη των θρύλων, εκεί επιτρέπεται να ονειροπολείς χωρίς να κινδυνεύεις να παραξηγηθείς .
Αυτοί που την επισκέπτονται γνωρίζοντας και νοιώθοντας την ιστορία και τους θρύλους πάντα επιστρέφουν ……
Όλοι αυτοί που επισκέπτονται την Πόλη και ψάχνουν ίχνη του τελευταίου Αυτοκράτορα είτε στο Γκιουλ Τζαμί ή στο Φατίχ Τζαμί ή οπουδήποτε αλλού ίσως βαθιά μέσα τους να μην επιθυμούν να βεβαιωθούν για το θάνατό του.


ΜΕ ΤΙΜΗ
Γρηγόρης Γιοβανόπουλος
Δάσκαλος με ειδίκευση στην
Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας και

Του Νεοελληνικου Πολιτισμού.