Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 19, 2013)

Χωρίς κατηγορία

Σούργελο (το) (μειωτ.) γελοίο πρόσωπο ή πράγμα, που γίνεται ο περίγελως των άλλων: έγινε ~ στη γειτονιά του || εμφανίστηκαν κάτι σούργελα στην εκπομπή του.
ΕΤΥΜ.: από συμφυρμό των λέξεων σούρνω (βλ.κ. σέρνω) + γελο (< γέλιο)

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση 2006, σελίδα1626