Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 9, 2013)

Χωρίς κατηγορία

μακρόθυμος, -η, -ο [μτγν.] 
1. αυτός που ανέχεται και υπομένει τα λάθη ή τις αδυναμίες των άλλων  ΣΥΝ. ανεκτικός, υπομονετικός, καρτερικός
2. αυτός που εύκολα συγχωρεί, που δεν κρατά κακία ΣΥΝ. ανεξίκακος, αμνησίκακος, ΑΝΤ. μνησίκακος, εκδικητικός 
μακρόθυμα επίρρ., μακροθυμία (η) [αρχ.].

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας, β’ έκδοση, γ’ ανατύπωση 2006, σελ. 1039