Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 11η, 2013)

Χωρίς κατηγορία

κούρσος (το), (λαϊκ.) 
1. το κούρσεμα, η πειρατεία, κάθε πράξης βίαιης αρπαγής και οικειοποίησης αγαθών ΣΥΝ. Καταδρομή, ληστεία, πειρατεία.
2. (συνεκδ.) οτιδήποτε αποσπά κάποιος ως λάφυρο από παράνομη ενέργεια (πειρατεία, ληστεία, επιδρομή) ΣΥΝ. λάφυρα, λεία, πλιάτσικο. Επίσης κούρσο {μεσν.}
[ΕΤΥΜ. < μεσν. κοῦρσος < λατ. cursus < ρ. curro “τρέχω”].

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας, β’ έκδοση, γ’ ανατύπωση 2006, σελ. 947