Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 6, 2013)

Χωρίς κατηγορία

Φώρωμαι
ρ. αμετβ. αποθ. {φωράσαι… | εφωράθην, -ης, -η …} (λογ. σπάν.)
1. συλλαμβάνομαι επ’ αυτοφώρω να διαπράττω αξιόμεμπτη ή κολάσιμη πράξη: εφωράθη κλέπτων / να περιφέρεται υπόπτως ΣΥΝ. (λαϊκ.) πιάνομαι στα πράσα, με τσακώνουν
2. (μτφ) γίνομαι φανερά αντιληπτός, πιάνομαι: ο βουλευτής εφωράθη να αγνοεί τον κανονισμό της Βουλής.
ΣΧΟΛΙΟ λ. αποθετικός

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής Γλώσσας, β’ έκδοση, γ’ ανατύπωση 2006, σελίδα 1918