Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 28, 2019)

Εμπεδώνω ρ. μετβ. (εμπέ-δωσα, -θηκα, -μένος) 1. καθιστώ (κάτι) ασφαλές, σίγουρο και σταθερό, οργανώνω σε πιο συμπαγή μορφή: η δημοκρατία εμπεδώνεται στην πράξη με τη συμμετοχή του πολίτη ΣΥΝ.: στερεώνω, σταθεροποιώ, εδραιώνω 2. (μτφ) κατανοώ (κάτι) πλήρως, το κάνω κτήμα μου, αφομοιώνω: με επαναλήψεις και εξάσκηση θα εμπεδώσει τις γνώσεις του. ΕΤΥΜ: < αρχ. ἐμπεδῶ […]

Όλο το άρθρο

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 26, 2019)

άθυρμα (το) {αθύρμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. (λογ) αυτό με το οποίο παίζει κανείς, το παιχνίδι 2. (μεταφ.) ο άνθρωπος που χρησιμοποιείται σαν παιχνίδι στα χέρια των άλλων, που άγεται και φέρεται, που δεν διαθέτει δική του βούληση: ~ της μοίρας || ~ πολιτικού πάτρωνα. – αθυρματοποιός (ο) [1897] αθυρματοπιοία (η) Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της […]

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση λέξη της εβδομάδας

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 24, 2019)

μεμπτός -ή, -ό αυτός που είναι δυνατόν ή πρέπει να κατακριθεί: δεν έβρισκε τίποτε ~ στη συμπεριφορά του. ΣΥΝ: αξιοκατάκριτος, επίμεμπτος, επιλήψιμος, αξιόμεμπτος ΕΤΥΜ: μέμφομαι βλ.λ. Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β” έκδοση, Γ” ανατύπωση (2006), σελίδα 1071

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση λέξη της εβδομάδας

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 23, 2019)

Παραδοχή (η) 1. η αναγνώριση της ορθότητας (γνώμης ή πράγματος): οι επισημάνσεις του έτυχαν γενικής ~ || ~ της ενοχής / της αποτυχίας / των ελαττωμάτων μου || ~ της ανωτερότητας κάποιου ΣΥΝ. Αποδοχή, ομολογία, αναγνώριση ΑΝΤ. Άρνηση, απόρριψη

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση λέξη της εβδομάδας

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 22, 2019)

Ειλητάριο (το) [ειληταρί-ου | -ων] ΕΚΚΛΗΣ. Στενή και επιμήκης λωρίδα παπύρου ή και περγαμηνής που τυλίγονταν γύρω από τον κοντό (κυλινδρικό ξύλο), ώστε μπορούσε να ξεδιπλώνεται και να διπλώνεται, και που χρησιμοποιούνταν για την αναγραφή σε αυτήν της Θείας Λειτουργίας και την ανάγνωση των Ευχών από τον ιερέα: Ιεράς Μονής Πάτμου ~ Λειτουργίας Ιωάννου του […]

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση λέξη της εβδομάδας

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 13, 2019)

Δημηγορία (η) {δημηγοριών} 1. (επίσ.) πολιτική αγόρευση, ομιλία πολιτικού σε συγκεντρωμένο πλήθος ΣΥΝ.: λόγος 2. (ειδικοτ.) συμβουλευτικός ρητορικός λόγος που εκφωνούσαν σημαίνουσες πολιτικές, στρατιωτικές και πνευματικές προσωπικότητες ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου • ως είδος άνθησε τον 5ο αι. π. Χ. στην αθηναϊκή δημοκρατία, έχοντας ως κύριο χαρακτηριστικό του την έντεχνη διάταξη των επιχειρημάτων: οι […]

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση λέξη της εβδομάδας

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 12, 2019)

Οιωνίζομαι ρ. μτβ απόθ. [αρχ] μόνο σε ενεστ. (αρχαιοπρ.) 1. (στην αρχαιότητα) μαντεύω το μέλλον παρατηρώντας το τρόπο πτήσεως των πτηνών και ακούγοντας τις κραυγές τους 2. (κατ’ επέκτ.) προλέγω (πράγματα που πρόκειται να συμβούν): ~ συμφορές ΣΥΝ.: προβλέπω, προφητεύω, μαντεύω (πβ. λ. προοιωνίζομαι) – οιωνισμός (ο) μτγν. Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας […]

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση λέξη της εβδομάδας

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 11, 2019)

Ευτράπελος, -η, -ο 1. (για ενέργεια, κατάσταση, λόγο προφορικό ή γραπτό) αυτός που προκαλεί γέλιο και ευθυμία: ~ παρατηρήσεις / ιστορίες / ύφος / αφήγηση ΣΥΝ.: αστείος, φαιδρός, ευθυμος ΑΝΤ.: σοβαρός, περισπούδαστος 2. ευτράπελα (τα) αστεία ή γελοία επεισόδια: τα ~ της πολιτικής / της κοσμικής Αθήνας. – ευτράπελα (επιρρ). ευτραπελία (η) (αρχ.). ΕΤΥΜ.: αρχ. […]

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση λέξη της εβδομάδας

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 10, 2019)

μαλθουσιανισμός (ο) (Οικον.) η θεωρία του Άγγλου οικονομολόγου Τ. Μάλθους, κατά την οποία η φτώχεια και η κακή ποιότητα ζωής οφείλεται στην αύξηση του πληθυσμού με ταχύτερους ρυθμούς από την αύξηση της παραγωγής των μέσω διατροφής, γεγονός που υπαγορεύει την υιοθέτηση πολιτικής για την επιβράδυνση της πληθυσμιακής αύξησης. ΕΤΥΜ.: μεταφορά του αγγλ. Malthusianism, από το […]

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση λέξη της εβδομάδας

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 9, 2019)

Διφορούμενος, -η, ο 1. αυτός που επιδέχεται δυο ερμηνείες, που μπορεί να ερμηνευτεί με δυο τρόπους, αμφίσημος: ~ έννοια / νόημα / ύφος 2. (μτφ) ασαφής, αόριστος: ~ λόγος / απάντηση ΣΥΝ.: αμφιλεγόμενος ΣΧΟΛ.: δίσημος ΕΤΥΜ: μτχ. ενεστ. του μτγν. “διφοροῦμαι” “προφέρομαι, εκφωνούμαι διττως” <δι (<δίς) + φορῶ/-οῦμαι < φέρω. Η σημερινή σημασία απαντά αρχικώς […]

Όλο το άρθρο