Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 44, 2019)

Εγκατασπείρω ρ. μετβ. {μτγν} (εγκατέσπειρα, εγκατασπάρθηκα, εγκατασπαρμένος) 1. σκορπίζω στο χώρο, εκτοξεύω προς όλες τις κατευθύνσεις. ΣΥΝ.: διασπείρω 2. (μτφ) υποθάλπω και διαδίδω προς όλες τις κατευθύνσεις (ειδήσεις, φήμες κλπ) – τη διχόνοια/ψεύδη. ΣΥΝ.: διασπείρω, διασκορπίζω Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση (2006), σελίδα 543

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 43, 2019)

Έκρυθμος, -η, -ο {μτγν.} (λόγ) αυτός που βρίσκεται στα πρόθυρα της έκρηξης, που πρόκειται από στιγμή σε στιγμή να ξεσπάσει: η κατάσταση της χώρας πριν από το πραξικόπημα ήταν ιδιαίτερα ~ ΣΥΝ.: διαταραγμένος – εκρύθμως (επίρρ.), εκρυθμία (η) 1889 Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση (2006), σελίδα 576

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 42, 2019)

Πανδαμάτωρ (ο) {πανδαμάτ-ορος, -ορα | -ορες, -όρων} πανδαμάτειρα (η) {πανδαματειρών} (αρχαιοπρ.) αυτός που δαμάζει, που υποτάσσει ή εξαφανίζει τα πάντα˙ κυρ. στη φρ. πανδαμάτωρ χρόνος (Σιμωνίδης 4.5.) ο χρόνος όλα τα νικά, όλα τα δαμάζει. ΕΤΥΜ: αρχ. < παν + -δαμάτωρ < θ. δαμα- του ρ. δάνημι “δαμάζω”. Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, […]

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 40, 2019)

Εμφαίνω ρ. μτβ. (μόνο στον ενεστώτα) προβαίνω στη δήλωση, φανερώνω: απαιτείται βεβαίωση που εμφαίνει σε ποιον ανήκει η κυριότητα του οικοπέδου ΣΥΝ.: δηλώνω, δείχνω ΣΧΟΛΙΟ: λ. απόφαση ΕΤΥΜ.: αρχ. < ἐν + φαίνω / – ομαι Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση (2006), σελίδα 599

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 37, 2019)

Παυσίλυπος, -ή, -ό (λογ.) αυτός που περιορίζει τη στεναχώρια, που μειώνει την ένταση της λύπης. ΕΤΥΜ.: αρ.χ < παυσι- (< παύω, πβ. παῦσ-ις) + -λυπος < λύπη. Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση (2006), σελίδα 1360

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 36, 2019)

Εύβουλος, -ή, -ό (αρχαιοπρ.) αυτός που έχει την ικανότητα να σκέπτεται ορθά και με σύνεση ΣΥΝ.: συνετός, φρόνιμος, σώφρων, νουνεχής ΑΝΤ.: ασύνετος, άφρων, άκριτος, απερίσκεπτος – ευβούλως επιρρ. (μτγν) – ευβουλία (η) (αρχ.) ΕΤΥΜ.: αρχ < εὐ + -βουλος < βουλή “σκέψη, απόφαση” Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση (2006), […]

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 34, 2019)

Αψίκορος, -η, -ο 1. αυτός που χορταίνει γρήγορα, που φθάνει σύντομα στον κορεσμό 2. αυτός που συχνά ή γρήγορα μεταβάλλει διάθεση – επίρρ. αψίκορα ΣΧΟΛΙΟ: λ. Κουτσός ΕΤΥΜ.: <αρχ. ἀψίκορος < ἀψι (<ἂπτω) + κόρος < κορέννυμι “χορταίνω” (βλ.λ. κορεσμός) Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση (2006), σελίδα 335

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 33, 2019)

Ληψοδοσία (η) [ληψοδοσιών] (λογ.) η εμπορική συναλλαγή ΣΥΝ.: δοσοληψία, αγοραπωλησία, (λαϊκ.) πάρε-δώσε, αλισβερίσι. ΕΤΥΜ: < ληψο- (λήψη) + δοσία (<δόση) Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση (2006), σελίδα 1009

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 32, 2019)

Διακυβεύω ρ. μετβ. {διακύβευ-σα, – θηκα, -μένος} (λογ.) 1. θέτω (κάτι) σε κίνδυνο μπροστά στο αβέβαιο αποτέλεσμα γεγονότος ή εγχειρήματος, τα παίζω όλα για όλα: – τα συμφέροντά μου / τη ζωή μου / την ειρήνη / τα πάντα (ΣΥΝ.: ρισκάρω, ριψοκινδυνεύω, διακινδυνεύω) 2. (μεσοπαθ. διακυβεύομαι) εκτίθεμαι σε κίνδυνο, απειλούμαι: διακυβεύεται η ασφάλεια και η […]

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 31, 2019)

Νεοφυής, -ής, -ές {νεοφυ-ούς | -είς (ουδ. -ής} αυτός που φύτρωσε και βλάστησε πρόσφατα: ~ άνθη σχόλιο: -ης, -ης, -ες. ΕΤΥΜ.: μτγν. νέο + -φυής < φύω, φύωμαι Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση (2006), σελίδα 1174

Όλο το άρθρο