Περισκόπηση λέξη της εβδομάδας

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 13, 2019)

Δημηγορία (η) {δημηγοριών} 1. (επίσ.) πολιτική αγόρευση, ομιλία πολιτικού σε συγκεντρωμένο πλήθος ΣΥΝ.: λόγος 2. (ειδικοτ.) συμβουλευτικός ρητορικός λόγος που εκφωνούσαν σημαίνουσες πολιτικές, στρατιωτικές και πνευματικές προσωπικότητες ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου • ως είδος άνθησε τον 5ο αι. π. Χ. στην αθηναϊκή δημοκρατία, έχοντας ως κύριο χαρακτηριστικό του την έντεχνη διάταξη των επιχειρημάτων: οι […]

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση λέξη της εβδομάδας

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 12, 2019)

Οιωνίζομαι ρ. μτβ απόθ. [αρχ] μόνο σε ενεστ. (αρχαιοπρ.) 1. (στην αρχαιότητα) μαντεύω το μέλλον παρατηρώντας το τρόπο πτήσεως των πτηνών και ακούγοντας τις κραυγές τους 2. (κατ’ επέκτ.) προλέγω (πράγματα που πρόκειται να συμβούν): ~ συμφορές ΣΥΝ.: προβλέπω, προφητεύω, μαντεύω (πβ. λ. προοιωνίζομαι) – οιωνισμός (ο) μτγν. Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας […]

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση λέξη της εβδομάδας

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 11, 2019)

Ευτράπελος, -η, -ο 1. (για ενέργεια, κατάσταση, λόγο προφορικό ή γραπτό) αυτός που προκαλεί γέλιο και ευθυμία: ~ παρατηρήσεις / ιστορίες / ύφος / αφήγηση ΣΥΝ.: αστείος, φαιδρός, ευθυμος ΑΝΤ.: σοβαρός, περισπούδαστος 2. ευτράπελα (τα) αστεία ή γελοία επεισόδια: τα ~ της πολιτικής / της κοσμικής Αθήνας. – ευτράπελα (επιρρ). ευτραπελία (η) (αρχ.). ΕΤΥΜ.: αρχ. […]

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση λέξη της εβδομάδας

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 10, 2019)

μαλθουσιανισμός (ο) (Οικον.) η θεωρία του Άγγλου οικονομολόγου Τ. Μάλθους, κατά την οποία η φτώχεια και η κακή ποιότητα ζωής οφείλεται στην αύξηση του πληθυσμού με ταχύτερους ρυθμούς από την αύξηση της παραγωγής των μέσω διατροφής, γεγονός που υπαγορεύει την υιοθέτηση πολιτικής για την επιβράδυνση της πληθυσμιακής αύξησης. ΕΤΥΜ.: μεταφορά του αγγλ. Malthusianism, από το […]

Όλο το άρθρο
Περισκόπηση λέξη της εβδομάδας

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 9, 2019)

Διφορούμενος, -η, ο 1. αυτός που επιδέχεται δυο ερμηνείες, που μπορεί να ερμηνευτεί με δυο τρόπους, αμφίσημος: ~ έννοια / νόημα / ύφος 2. (μτφ) ασαφής, αόριστος: ~ λόγος / απάντηση ΣΥΝ.: αμφιλεγόμενος ΣΧΟΛ.: δίσημος ΕΤΥΜ: μτχ. ενεστ. του μτγν. “διφοροῦμαι” “προφέρομαι, εκφωνούμαι διττως” <δι (<δίς) + φορῶ/-οῦμαι < φέρω. Η σημερινή σημασία απαντά αρχικώς […]

Όλο το άρθρο
ΠΕΡΙΣΚΟΠΗΣΗ

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 8, 2019)

Μωρολόγημα (το) [αρχ.] (μωρολογήμ-ατος | -ατα | -άτων) ανόητη κουβέντα, λόγος ή ομιλία χωρίς περιεχόμενο η χθεσινή μας συζήτηση ήταν γεμάτη μωρολογήματα και φλυαρίες. ΣΥΝ.: χαζοκουβέντα, φληνάφημα, ανοησία, βλακεία ΑΝΤ.: ευφυολόγημα, εξυπνάδα. Επίσης μωρολογία (η) [αρχ.] Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β” έκδοση, Γ” ανατύπωση (2006), σελίδα 1160

Όλο το άρθρο
ΠΕΡΙΣΚΟΠΗΣΗ

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 7, 2019)

Προστατευτισμός (ο) η εμπορική πολιτική πρακτική που επιδιώκει την προστασία της εγχώριας παραγωγής από τον εξωτερικό ανταγωνισμό με την επιβολή περιορισμών ή δασμών στις εισαγωγές. ΕΤΥΜ.: μεταφρ. δάνειο από αγγλ. Protectionism Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (β΄ έκδοση, γ΄ ανατύπωση 2006), σελίδα 1496

Όλο το άρθρο

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 6, 2019)

Ορθοέπεια (η) (χωρίς πληθυντικό) η σωστή γλωσσική διατύπωση, ο σωστός χειρισμός του λόγου – ορθοεπής, -ης, -ές (μτγν) ορθοεπώς επίρρ. ΕΤΥΜ.: αρχ. ὀρθο + -έπεια < επής < ἔπος, πβ. ἀμετρο-έπεια, καλλι-έπεια Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (β΄ έκδοση, γ΄ ανατύπωση 2006), σελίδα 1274

Όλο το άρθρο

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 4, 2019)

εκποίηση (η) αρχ. [-ης κ. -ήσεως | -ήσεις κ. -ήσεων] 1. (α) η αναγκαστική πώληση, συνήθ. Κατόπιν αποφάσεως δικαστηρίου (β) κακοσ.: το ξεπούλημα: η ~ του εθνικού πλούτου σε ξένους επιχειρηματίες. 2. ΝΟΜ.: η μεταβίβαση, αλλοίωση, κατάργηση ή επιβάρυνση υφιστάμενου δικαιώματος. – Εκποιητής (ο), εκποιητικός, – ή, -ό Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας […]

Όλο το άρθρο

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 3, 2019)

Νενομισμένος, -η, -ο (λογ.) 1. αυτός που έχει καθιερωθεί από τον νόμο ή από το έθιμο, που ισχύει σύμφωνα με θετό και το εθιμικό δίκαιο: το στρατιωτικό απόσπασμα απέδωσε στη σωρό του εκλιπόντος τις ~ τιμές. 2. (συχνά ως ουσιαστικό νενομισμένα, τα) τα καθιερωμένα ΣΥΝ.: καθιερωμένος, ΕΤΥΜ.: μτχ. παθ. παρακ. του αρχ. νομίζω (π.β. νομίζεται […]

Όλο το άρθρο