Περισκόπηση

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 29, 2019)

στήλες

Εξοβελίζω
ρ. μτβ. [1814] {εξοβέλισ-α, -τηκα, (λογ.) -θηκα, -μένος}

1. ΦΙΛΟΛ. θέτω μεταξύ οβελών (φράση ή λέξη), συνήθ. αρχαίου κειμένου, και κατά συνέπεια την απορρίπτω, θεωρώντας την νόθο στοιχείο ή παρέμβλητη. ΣΥΝ.: αθετώ
2. (μτφ) αποβάλλω, διώχνω: προσπάθησε να εξοβελίσει από το κόμμα οποιονδήποτε εξέφραζε αντίθετη άποψη. – εξοβελισμός (ο)

ΕΤΥΜ.: <εξ + οβελίζω (βλ.λ.)

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β’ έκδοση, Γ’ ανατύπωση (2006), σελίδα 630

Μοιραστείτε, κοινοποιήστε ή τυπώστε την ανάρτηση: