Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 26, 2019)

Περισκόπηση στήλες

άθυρμα (το)

{αθύρμ-ατος | -ατα, -άτων}

1. (λογ) αυτό με το οποίο παίζει κανείς, το παιχνίδι
2. (μεταφ.) ο άνθρωπος που χρησιμοποιείται σαν παιχνίδι στα χέρια των άλλων, που άγεται και φέρεται, που δεν διαθέτει δική του βούληση: ~ της μοίρας || ~ πολιτικού πάτρωνα.
αθυρματοποιός (ο) [1897] αθυρματοπιοία (η)

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, (Β΄έκδοση, Γ΄ανατύπωση εμπλουτισμένη 2006), σελίδα 83

Μοιραστείτε, κοινοποιήστε ή τυπώστε την ανάρτηση: