Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 3, 2019)

στήλες

ΠΕΡΙΣΚΟΠΗΣΗΝενομισμένος, -η, -ο (λογ.)

1. αυτός που έχει καθιερωθεί από τον νόμο ή από το έθιμο, που ισχύει σύμφωνα με θετό και το εθιμικό δίκαιο: το στρατιωτικό απόσπασμα απέδωσε στη σωρό του εκλιπόντος τις ~ τιμές.
2. (συχνά ως ουσιαστικό νενομισμένα, τα) τα καθιερωμένα

ΣΥΝ.: καθιερωμένος, ΕΤΥΜ.: μτχ. παθ. παρακ. του αρχ. νομίζω (π.β. νομίζεται “είναι καθιερωμένο ως έθιμο”)

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (β΄ έκδοση, γ΄ ανατύπωση 2006), σελίδα 1171

 

 

Μοιραστείτε, κοινοποιήστε ή τυπώστε την ανάρτηση: