Κατηγορίες
στήλες

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 22, 2017)

Αποζευγνύω

ρ. μτβ. {απέζευξα, απεζεύχθην, -ης, -η, … αποζευγμένος} (λογ)
1. βγάζω (ζώα) από τον ζυγό ΣΥΝ.: ξεζεύω 2. αποσυνδέω μέρη που έχω συνδέσει με ζεύξη.. Επίσης: αποζεύω
[ΕΤΥΜ.: < αρχ. ἀποζεύγνυμι / -μαι “αποχωρίζω / -μαι, αποσυνδέω / -μαι” < ἀπό – ζεύγνυμι. βλ.λ. ζεύξη, ζεύγος]

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας, Β΄ έκδοση, Γ΄ ανατύπωση 2006 εμπλουτισμένη – σελίδα 239