Οι πόλεις των Μακεδόνων στην Ανατολή

Γιοβανόπουλος ιστορία

Πολεοδομική και εποικιστική δραστηριότητα των Ελλήνων στην Ανατολή (μέρος β’)

γράφει ο Γρηγ. Γιοβανόπουλος

Στο πρώτο μέρος αυτής της μελέτης είδαμε την οικιστική δραστηριότητα του Μεγάλου Αλεξάνδρου από την Τρωάδα έως τον Ιαξάρτη με την Αλεξάνδρεια την Εσχάτη και τον Υδάσπη με τις Νίκαια και Βουκεφαλία, αλλά και τις εκβολές του Ινδού.

Ο Αλέξανδρος ίδρυσε σύμφωνα με τον Πλούταρχο 70 πόλεις και έβαλε τις βάσεις για την δημιουργία του Ελληνιστικού κόσμου αλλά και του Ελληνοβακτριανού και του Ελληνοϊνδικού που θα κυριαρχήσουν στην Ασία για πολλούς αιώνες.
Οι πόλεις αυτές ήταν κέντρα οικονομικής και πολιτιστικής δραστηριότητας με μεγάλη σχέση με το εμπόριο τη βιοτεχνία αλλά και τη γεωργία.

Στην κεντρική Ασία πριν την Ελληνική κατάκτηση υπήρχαν μικρές αγροτικές κοινότητες, αλλά μετά την έλευση των Ελλήνων αρχίζουν να δημιουργούνται πόλεις …

 

οι οποίες ως αποτέλεσμα της τακτικής των Μακεδόνων Βασιλέων να ελέγξουν αποτελεσματικότερα τις αχανείς αλλά και αναξιοποίητες εκείνες εκτάσεις, αρχικά είναι στρατιωτικές εγκαταστάσεις και αργότερα πνευματικά κέντρα πολιτισμού.

Ο επικεφαλής της Ελληνιστικής πόλης είναι ο Επιστάτης που συνήθως διορίζονταν από το Βασιλιά και ήταν και στρατιωτικός και πολιτικός αρχηγός της πόλης. Η δομή και τα θέσμια των νέων πόλεων έμοιαζαν με αυτά των πόλεων της κλασικής εποχής αλλά παράλληλα τα τοπικά ήθη και έθιμα είχαν και αυτά τη θέση τους.
Οι πολίτες των πόλεων κατείχαν τα πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα, είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα και κατείχαν εκτάσεις γης που τους είχε παραχωρήσει ο Βασιλιάς.

Ένα βασικό στοιχείο που ξεχώριζε τις νέες πόλεις που συνεχώς αναπτύσσονταν, από τις αγροτικές κοινότητες ήταν η ανάπτυξη της βιοτεχνίας που με τον πλούτο που παρήγαγε ενδυνάμωνε συνεχώς τις ελληνιστικές πόλεις.
Το χτίσιμο πόλεων και στρατιωτικών οικισμών βέβαια εξυπηρετούσε πρωτίστως στρατιωτικούς σκοπούς και δευτερευόντως οικονομικούς. Μια ματιά στη γεωγραφική θέση των πόλεων αυτών θα μας πείσει για του λόγου το αληθές.


Οι πόλεις που ιδρύθηκαν στις Ανατολικές επαρχίες – Αλεξάνδρεια η Αρεία (το σημερινό Χεράτ) Αλεξάνδρεια Αραχωσίας (το σημερινό Κανταχάρ), Αλεξάνδρεια Καυκασία, Αλεξάνδρεια Προφθασία , Αλεξάνδρεια Εσχάτη – ήταν χτισμένες σε θέσεις ιδιαίτερα σημαντικές για το εμπόριο αλλά και για τον αποτελεσματικό έλεγχο των περιοχών αυτών.

Η αντίσταση που αντιμετώπισε ο Αλέξανδρος στη Βακτριανή και τη Σογδιανή υπαγόρευσε τη δημιουργία πόλεων και στρατιωτικών οικισμών σε απόσταση μιας ημέρας η μια από την άλλη έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος αλλά και η άμυνα από αιφνιδιαστικές επιδρομές πράγμα τόσο σύνηθες άλλωστε στους ηρωικούς κατοίκους εκείνων των ανυπότακτων περιοχών.

Οι αρχαίες πηγές βέβαια δεν συμφωνούν για τον αριθμό των πόλεων – οικισμών που ιδρύθηκαν. Στην Αραχωσία για παράδειγμα οι μαρτυρίες του Στράβωνα, του Πλίνιου και του Ισίδωρου Χαρακηνού δεν συμφωνούν μεταξύ τους καθώς μιλούν είτε για μια πόλη που λεγόταν Αλεξάνδρεια ή Αλεξανδρόπολη ή Δημητριάδα της Αραχωσίας είτε για δύο Αλεξάνδρειες. Ο Μ. Ουίλερ όμως υποστηρίζει πως μόνο η Αλεξάνδρεια-Κανταχάρ ήταν μεγάλο κέντρο πολιτισμού στην Κ. Ασία και οι άλλες ήταν απλώς στρατιωτικοί οικισμοί.

Σίγουρο όμως είναι πως η πόλη αυτή είχε μια ιδιαίτερη στρατηγική θέση στο δρόμο από τη Βακτριανή προς την Ινδία και πως ανέπτυξε και διατήρησε τον Ελληνικό πολιτισμό στα βάθη της Ασίας. Εκεί βρέθηκαν το 1958 στις ανασκαφές της Αραχωσίας σε δίγλωσση επιγραφή στα Ελληνικά και τα Αραμαϊκά, τα διατάγματα του Βασιλιά Ασόκα που ήταν εγγονός του Σανδρόκοττου (Chandragupta Maurya), σύγχρονου και θαυμαστή του Μ. Αλεξάνδρου.

Ο Ασόκα είχε πιθανόν Ελληνικό αίμα καθώς στην εκστρατεία του Σέλευκου στην Ανατολή (306-304 π.Χ.) ο Σέλευκος κατέληξε σε συμφωνία με τον Σανδρόκοττο παραχωρώντας του τα εδάφη γύρω από τον Ινδό, λαμβάνοντας υπόσχεση υποτέλειας αλλά και 500 ελέφαντες (που του έδωσαν τη νίκη στη μάχη της Ιψού λίγο αργότερα, το 301 π.Χ.).

Η συμφωνία επισφραγίστηκε με γάμους και πιθανόν κάποια κόρη του Σέλευκου να παντρεύτηκε τον Σανδρόκοττο. (Στράβων : τούτων δ᾽ ἐκ μέρους τῶν παρὰ τὸν Ἰνδὸν ἔχουσί τινα Ἰνδοὶ πρότερον ὄντα Περσῶν͵ ἃ ἀφείλετο μὲν ὁ Ἀλέξανδρος τῶν Ἀριανῶν καὶ κατοικίας ἰδίας συνεστήσατο͵ ἔδωκε δὲ Σέλευκος ὁ Νικάτωρ Σανδροκόττωι͵ συνθέμενος ἐπιγαμίαν καὶ ἀντιλαβὼν ἐλέφαντας πεντακοσίους. Αππιανός: . καὶ τὸν Ἰνδὸν περάσας ἐπολέμησεν Ἀνδροκόττῳ βασιλεῖ τῶν περὶ αὐτὸν Ἰνδῶν, μέχρι φιλίαν αὐτῷ καὶ κῆδος συνέθετο.)

Η περιοχή εκείνη ήταν υποταγμένη στον Ινδό ηγεμόνα που χάραξε στα Ελληνικά τα ήδικτά του, που πιστοποιούν την πίστη του στη βουδιστική έννοια ντάρμα (dharma) (“δικαιοσύνη, ευσέβεια, φυσικός νόμος”) , έτσι ώστε να γίνουν κατανοητά από τον πολυάριθμο Ελληνικό πληθυσμό που κατοικούσε στην περιοχή.

Ο Κούρτιος αναφέρει πως στην εκστρατεία στη Μαργιανή ιδρύθηκαν έξι φρούρια σε μικρή απόσταση μεταξύ τους για τον καλύτερο έλεγχο της περιοχής . Αναφέρεται η Αλεξάνδρεια η Μαργιανή, η Αντιόχεια η Μαργιανή από διάφορες πηγές και γι αυτό και ο Ντρόιζεν ( Droysen) συμπεραίνει πως με διαταγή του Αλεξάνδρου χτίστηκε μια πόλη στην περιοχή με το όνομά του.

Βεβαίως όπως προαναφέρθηκε πάντα υπάρχει η διάσταση των απόψεων των ερευνητών αν οι πόλεις αυτές ήταν πραγματικές πόλεις οι στρατιωτικοί οικισμοί- Φρούρια.

Ο Τσερικόβερ γράφει πως κατά τη διάρκεια της Ελληνιστικής εποχής ιδρύθηκαν 176 πόλεις από τις οποίες αμφισβητούνται οι 23, ενώ ο Ταρν πιστεύει ότι οι περισσότερες δεν ήταν κάτι παραπάνω από απλά φρούρια.

Το 327 π.Χ. στην εκστρατεία στη Βακτριανή, στο Νότιο μέρος του Χίντο-Κους ιδρύθηκε η Αλεξάνδρεια Καυκασία. Ο Αρριανός αναφέρει γι αυτή: ‘’Προς Καύκασον ήγεν, ίνα και πόλιν έκτισε και ωνόμασεν Αλεξάνδρειαν’’. ‘’Yπερβαλών δε τον Καύκασον εν δέκα ημέραις αφίκετο ες Αλεξάνδρειαν πόλιν, την κτισθείσαν εν Παραπαμισάδαις, ότε το πρώτον επί Βάκτρων εστέλλετο’’. (Αλεξ. Ανάβ., Δ΄22.4).
Ο Αρριανός αναφέρει αμέσως μετά. ‘’Προσκατοικίσας δε και άλλους των περιοίκων τε και όσοι των στρατιωτών απόμαχοι ήσαν ες την Αλεξάνδρειαν Νικάνορα μεν, ένα των εταίρων, την πόλιν αυτήν κοσμείν εκέλευσε˙…’’. (Αλεξ. Ανάβ., Δ΄22.5). όπου όπως αναφέρει ο Κούρτιος εγκαταστάθηκαν 7.000 Μακεδόνες πολεμιστές. Το 1940 Γαλλική αρχαιολογική αποστολή που έκανε έρευνες στην πόλη Μπεγράμπ που ταυτίζεται με την Αλεξάνδρεια Καυκασία επιβεβαίωσε την ύπαρξη πόλης Ελληνιστικού χαρακτήρα και ανακάλυψε νομίσματα του Ευκρατίδη και του Μένανδρου.

Η Αλεξάνδρεια η Εσχάτη ιδρύθηκε στις όχθες του Ιαξάρτη για να αναχαιτίζει τις εισβολές των νομάδων και επανδρώθηκε με μισθοφόρους και παλαίμαχους Μακεδόνες.

Εκτός από τις πόλεις Νίκαια και Βουκεφάλεια (κατά τον Αρριανό : Αρριανού Αλεξάνδρου Ανάβασις : Ἵνα δὲ ἡ μάχη ξυνέβη καὶ ἔνθεν ὁρμηθεὶς ἐπέρασε τὸν Ὑδάσπην ποταμὸν πόλεις ἔκτισεν Ἀλέξανδρος. καὶ τὴν μὲν Νίκαιαν τῆς νίκης τῆς κατ΄ Ἰνδῶν ἐπώνυμον ὠνόμασε͵ τὴν δὲ Βουκεφάλαν ἐς τοῦ ἵππου τοῦ Βουκεφάλα τὴν μνήμην͵ ὃς ἀπέθανεν αὐτοῦ͵ οὐ βληθεὶς πρὸς οὐδενός͵ ἀλλὰ ὑπὸ καύματος τε καὶ ἡλικίας (ἦν γὰρ ἀμφὶ τὰ τριάκοντα ἔτη) καματηρὸς γενόμενος) που ιδρύθηκαν στον Υδάσπη, στις εκβολές του Ινδού, τα Πάτταλα ανοικοδομήθηκαν και κατασκευάστηκαν ναυπηγεία και λιμάνι.

Σε δώδεκα μέρες απόσταση από τα Πάτταλα, στη Γεδρωσία, κατά τον Κούρτιο ιδρύθηκε νέα πόλη με φρουρά από Μακεδόνες. Ο Πλίνιος αναφέρει την Αλεξάνδρεια της Καρμανίας και ο Αρριανός την ονομάζει «τελευταία πόλη» που ίδρυσε ο Αλέξανδρος στις όχθες της λίμνης Ρουμίνης. Ο Λεονάττος με διαταγή του Αλεξάνδρου έχτισε δυτικά του ποταμού Αράβιου μια πόλη που ονομάστηκε Αλεξάνδρεια Ραμβακία. Ο Αρριανός την ονομάζει Κώκαλα και εκεί έγινε η συνάντηση του Λεονάττου με τον Νέαρχο όπου έγινε ο ανεφοδιασμός του στόλου.

Βέβαια η σημαντικότερη από όλες τις απόψεις πόλη που ίδρυσε ο Αλέξανδρος ( Αρριανός βιβλίο 3: «ὅπου νῦν Ἀλεξάνδρεια πόλις ὤκισται, Ἀλεξάνδρου ἐπώνυμος. καὶ ἔδοξεν αὐτῷ ὁ χῶρος κάλλιστος κτίσαι ἐν αὐτῷ πόλιν καὶ γενέσθαι ἂν εὐδαίμονα τὴν πόλιν. πόθος οὖν λαμβάνει αὐτὸν τοῦ ἔργου, καὶ αὐτὸς τὰ σημεῖα τῇ πόλει ἔθηκεν, ἵνα τε ἀγορὰν ἐν αὐτῇ δείμασθαι ἔδει καὶ ἱερὰ ὅσα καὶ θεῶν ὧντινων, τῶν μὲν Ἑλληνικῶν, Ἴσιδος δὲ Αἰγυπτίας, καὶ τὸ τεῖχος ἧ περιβεβλῆσθαι. καὶ ἐπὶ τούτοις ἐθύετο, καὶ τὰ ἱερὰ καλὰ ἐφαίνετο» ), ήταν η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, η οποία ακόμη φέρει με υπερηφάνεια το όνομά του και η οποία δοξάστηκε κατά την αρχαιότητα σχεδόν όσο και η Αθήνα καθώς το να την επισκεφτεί κανείς ήταν τόσο τιμητικό όσο να επισκεφτεί την κλασική Αθήνα.

Όλοι οι αρχαίοι ιστορικοί Πολύβιος, Διόδωρος, Πλούταρχος, Στράβων, την είχαν επισκεφτεί και αποκόμισαν άριστες εντυπώσεις.

Ο Διόδωρος αναφέρει πως στην εποχή του η πόλη είχε 300.000 ελεύθερους πολίτες και τα έσοδά της ήταν 6.000 τάλαντα το χρόνο.
Ο Στράβων τονίζει την ομορφιά των κτιρίων, τη μεγαλοπρέπεια των ανακτόρων, και ιδιαίτερα το Μουσείο όπου είχε συγκεντρωθεί όλη η σοφία και η επιστημονικότητα της εποχής.
Ο Αμμιανός Μαρκελίννος (4ος-5ος αι μ. Χ.) εκφράζει το θαυμασμό του για το Σεραπείο της Αλεξάνδρειας που το συγκρίνει μόνο με το Καπιτώλιο της Ρώμης. Με θλίψη ο ίδιος αναφέρει την καταστροφή της βιβλιοθήκης το 48 π.Χ. από πυρκαγιά που έκαψε περίπου 700.000 χειρόγραφα που είχαν συγκεντρωθεί εκεί με την προσωπική φροντίδα των Πτολεμαίων.

Οι Ελληνιστικές πόλεις οργανωτικά μοιάζουν με τις πόλεις της κλασικής εποχής αλλά βέβαια δεν είναι πλέον οι ανεξάρτητες πόλεις –κράτη με τη δική τους εσωτερική και εξωτερική πολιτική, καθώς ανήκουν στα μεγάλα κράτη των διαδόχων του Αλεξάνδρου.

Έχουν όμως Βουλή , Δήμο, διαίρεση πολιτών σε φυλές αλλά και μικτό πληθυσμό καθώς αυτή την εποχή μάλλον αρχίζει μια στενότερη επαφή των Ελλήνων με τους λαούς της Ανατολής.

Οι διάδοχοι του Αλεξάνδρου, Πτολεμαίος, Αντίγονος, Σέλευκος, Κάσσανδρος, Δημήτριος χτίζουν καινούργιες πόλεις ή αναοικοδομούν παλαιότερες ή τις μετονομάζουν , ή ενώνουν πολλούς οικισμούς με τη μέθοδο της «συνοίκησης»
Η μέθοδος αυτή ήταν γνωστή από την αρχαία Ελλάδα καθώς και η Αθήνα προέκυψς μάλλον από τον «συνοικισμό»του Θησέα.

Από τους διαδόχους του Αλεξάνδρου αυτός που ίσως δίκαια συγκρίνεται με τον Αλέξανδρο ως Ἱδρυτής πόλεων», είναι ο Σέλευκος.
Πληροφορίας για το έργο του μας δίνει ο Αππιανός. Ο Σέλευκος σε όλη τη διάρκεια της βασιλείας του έχτιζε πόλεις. Δεκάξι (16) Αντιόχειες στο όνομα του πατέρα του, πέντε (5) Λαοδίκειες στο όνομα της μητέρας του , εννιά ( 9) Σελεύκειες, τρεις (3) Απάμειες , μια (1) Στρατονίκη στο όνομα των συζύγων του.

Σε άλλες πόλεις έδωσε ονόματα μακεδονικών και ελληνικών πόλεων.

  • Έτσι στη Συρία και στην Κεντρική Ασία βρίσκουμε πόλεις με τα ονόματα Βέροια, Έδεσσα, Πέρινθος , Καλλίπολη, Πέλλα, Αχαΐα, Αμφίπολη, Λάρισα, Χαλκίδα, Τεγέα, Ωροπός, Ηραία.
  • Στην Παρθία έχουμε: Αλεξανδρόπολις, Εκατόμπυλος, Αχαΐα Καλλιόπη, Σωτήρα, Χάριτα.
  • Στη Σκυθία την Αλεξανδράσατη, σε ανάμνηση των νικών που κατήγαγε τη Νικηφόριο στη Μεσοποταμία, τη Νικόπολη στην Αρμενία.

(Αππιανός, Συριακά: «πόλεις δὲ ᾤκισεν ἐπὶ τὸ μῆκος τῆς ἀρχῆς ὅλης ἑκκαίδεκα μὲν Ἀντιοχείας ἐπὶ τῷ πατρί, πέντε δὲ ἐπὶ τῇ μητρὶ Λαοδικείας, ἐννέα δ᾽ ἐπωνύμους ἑαυτοῦ, τέσσαρας δ᾽ ἐπὶ ταῖς γυναιξί, τρεῖς Ἀπαμείας καὶ Στρατονίκειαν μίαν. καὶ εἰσὶν αὐτῶν ἐπιφανέσταται καὶ νῦν Σελεύκειαι μὲν ἥ τε ἐπὶ τῇ θαλάσσῃ καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ Τίγρητος ποταμοῦ, Λαοδίκεια δὲ ἡ ἐν τῇ Φοινίκῃ καὶ Ἀντιόχεια ἡ ὑπὸ τῷ Λιβάνῳ ὄρει καὶ ἡ τῆς Συρίας Ἀπάμεια. τὰς δὲ ἄλλας ἐκ τῆς Ἑλλάδος ἢ Μακεδονίας ὠνόμαζεν, ἢ ἐπὶ ἔργοις ἑαυτοῦ τισιν, ἢ ἐς τιμὴν Ἀλεξάνδρου τοῦ βασιλέως: ὅθεν ἔστιν ἐν τῇ Συρίᾳ καὶ τοῖς ὑπὲρ αὐτὴν ἄνω βαρβάροις πολλὰ μὲν Ἑλληνικῶν πολλὰ δὲ Μακεδονικῶν πολισμάτων ὀνόματα, Βέρροια, Ἔδεσσα, Πέρινθος, Μαρώνεια, Καλλίπολις, Ἀχαΐα, Πέλλα, Ὠρωπός, Ἀμφίπολις, Ἀρέθουσα, Ἀστακός, Τεγέα, Χαλκίς, Λάρισα, Ἥραια, Ἀπολλωνία, ἐν δὲ τῇ Παρθυηνῇ Σώτειρα, Καλλιόπη, Χάρις, Ἑκατόμπυλος, Ἀχαΐα, ἐν δ᾽ Ἰνδοῖς Ἀλεξανδρόπολις, ἐν δὲ Σκύθαις Ἀλεξανδρέσχατα. καὶ ἐπὶ ταῖς αὐτοῦ Σελεύκου νίκαις ἔστι Νικηφόριόν τε ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ καὶ Νικόπολις ἐν Ἀρμενίᾳ τῇ ἀγχοτάτω μάλιστα Καππαδοκίας».)

Ο Αππιανός πιστεύει πως ο Σέλευκος ίδρυσε 55 πόλεις, αριθμός που είναι πολύ κοντά στον αριθμό 70 που παραθέτει ο Πλούταρχος για τις πόλεις που ίδρυσε ο Μ. Αλέξανδρος.

Βέβαια οι διάδοχοι του Αλεξάνδρου μπορεί φαινομενικά να συνέχιζαν το έργο του αλλά αυτοί στηρίζονταν κυρίως στους Έλληνες και λιγότερο στους ντόπιους. Οι πόλεις που αναφέραμε είχαν κυρίως ελληνικό πληθυσμό, ελληνικά θέσμια και ελληνικές συνήθειες.

Για την πόλη Ιχναι στη Μεσοποταμία ο Ισίδωρος Χαρακηνός γράφει: «Πόλις Ελληνίς , Μακεδόνων κτίσμα», για την Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας ο ίδιος γράφει πως ήταν Ελληνική πόλη κοντά στον ποταμό Αράχωτο. (Ισιδώρου Χαρακηνού Παρθικοί σταθμοί: …είτα Αλεξανδρόπολις μητρόπολις Αραχωσίας, έστι δε Ελληνίς, και παραρρεί αυτήν ποταμός Αραχωτός.)

Ο κίνδυνος μιας εξέγερσης έκανε τους διαδόχους να ιδρύουν ελληνικές πόλεις και να δείχνουν προσήλωση στον ελληνικό τρόπο ζωής. Παραχωρούσαν στις πόλεις τυπικά αυτονομία διορίζοντας βέβαια τον Επιστάτη της πόλης αλλά διατηρώντας τους άλλους ελληνικούς θεσμούς.
Έτσι η Σελεύκεια του Τίγρη είχε Γερουσία από 300 μέλη. Υπήρχε ο θεσμός του Στρατηγού και ίσχυε το ελληνικό δίκαιο.
Οι ανασκαφές που έγιναν στη Δούρα Ευρωπό, Σελεύκεια του Τίγρη, Εκατόμπυλο στην Παρθία και σε άλλες ελληνιστικές πόλεις επιβεβαιώνουν την ύπαρξη αγοράς, Βουλής, Γυμνασίου, Εφηβείου (γυμναστήριο νέων) χώρου συνέλευσης του Δήμου.
Στην Έδεσσα της Συρίας για 2 ή 3 αιώνες οι Στρατηγοί και Επιστάτες είχαν ελληνικά ονόματα.

Βέβαια η ύπαρξη των πόλεων αυτών θα πρέπει να επιβεβαιωθεί πρωτίστως με ανασκαφικά και επιστημονικά δεδομένα για μπορούμε με ασφάλεια να μιλούμε γι αυτές. Έτσι η Γαλλικά αρχαιολογική αποστολή με επικεφαλής τον Φ. Κυμόν, η αμερικανική αρχαιολογική αποστολή με το Ρώσο Ροστόβτσεφ ανακάλυψαν στη Δούρα Ευρωπό πως πολλά στοιχεία από τον πολιτισμό της Μεσοποταμίας, της αρχαίας Ελλάδας κυρίως αλλά και της τέχνης των Πάρθων είχαν επηρεάσει την πόλη.

Στο σημερινό Χορασάν του Ιράν το 1967 έγιναν ανασκαφές για τον εντοπισμό της Εκατόμπυλου (πρωτεύουσα της Παρθίας).
Οι Άγγλοι αρχαιολόγοι Τζ. Χάνσμεν και Ν. Στρίνετς ανακάλυψαν το 1970 την Εκατόμπυλο. Έτσι επιβεβαιώθηκαν οι πληροφορίες του Στράβωνα και του Πλίνιου.

Κοντά στο Ασχαμπάντ (πρωτεύουσα της Τουρκμενίας) ανακαλύφθηκε η αρχαία Νύσα και η Νέα Νύσα. Η νέα Νύσα ήταν πόλη ενώ η αρχαία Νύσα ήταν φρούριο. Η διάρθρωση της πόλης ήταν: ακρόπολη, κυρίως πόλη, αγροτική περιφέρεια. Υπάρχουν τείχη και πύργοι στις γωνίες και στην ακρόπολη κατοικεί ο Κυβερνήτης, υπάρχει οπλοστάσιο και στρατώνες.

Στη Βακτριανή κοντά στον ποταμό Καφιρνιγκάν βρίσκεται ο κωμόπολη Κέη-Κοπάτ-Σαχ.
Εκεί βρέθηκε Ελληνιστική πόλη σε ορθογώνιο σχήμα, τείχη, και πύργους 12 -13 μ που εξέχουν 6 μέτρα από το τείχος με καθαρή ελληνική επίδραση.

Οι πόλεις των Ελλήνων στην ανατολή ήταν πολύ περισσότερες από ότι μπορεί να φανταστεί κάποιος που δεν έχει μελετήσει επισταμένα την ιστορία της εποχής.
Ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης είπε πως θα έπρεπε να υπάρχουν τουλάχιστον 5.000 γι αυτή την εποχή που ο Ελληνισμός της Ανατολής μεσουρανούσε και μεταλαμπάδευε τον ελληνικό πολιτισμό και τρόπο ζωής στη Μέση Ανατολή, στην κεντρική Ασία και στην Ινδία.

Ας ελπίσουμε η εποποιία αυτή του Ελληνισμού να πάρει τη θέση που της αξίζει στην ελληνική ιστορία γεμίζοντας περηφάνια και νοσταλγία τους ερευνητές και μελετητές της ελληνιστικής εποχής αλλά και περίσκεψη και θλίψη για το σήμερα.

Με τιμή
Γρηγόρης Γιοβανόπουλος
Δάσκαλος

Μοιραστείτε, κοινοποιήστε ή τυπώστε την ανάρτηση: