Κατηγορίες
στήλες

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 15, 2016)

libri3Διαγουμίζω

ρ. μτβ {διαγούμισ-α, -τηκα, -μένος} (λαϊκ.) λεηλατώ, αρπάζω πράγματα που δεν μου ανήκουν ως λάφυρα: οι εχθροί διαγούμισαν την πόλη

ΣΥΝ. αρπάζω,  – διαγούμισμα (το)

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας, Β΄ έκδοση, Γ΄ ανατύπωση 2006 εμπλουτισμένη – σελίδα 478