Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 16, 2018)

ΠΕΡΙΣΚΟΠΗΣΗπαλινδρομώ
ρ. αμετβ [αρχ.] {παλινδρομείς… | παλινδρόμησα}

1. κινούμαι εναλλάξ προς τα εμπρός και προς τα πίσω
2. (μτφ) μεταβάλλω συνεχώς γνώμη, δέχομαι πότε τη μια και πότε την άλλη, συχνά και την αντίθετη, άποψη.

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας, Β΄ έκδοση, Γ΄ ανατύπωση 2006 εμπλουτισμένη – σελίδα 1307

 

 

ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ: