Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 1, 2018)

βαυκαλίζω
ρ. μετβ. {βαυκάλισ-α, -τηκα (λογ. – θηκα), – μένος}
εξαπατώ ή καθησυχάζω (κάποιον) με ψεύτικες υποσχέσεις ή καλλιεργώντας μάταιες προσδοκίες: βαυκαλίζει τον λαό με υποσχέσεις και μεγαλοστομίες || (μεσοπαθ.) βαυκαλίζονταν με την ιδέα ότι του παρείχαν υποστήριξη, όταν τη χρειαζόταν. – βαυκάλισμα (το) (μτγν.)

ΕΤΥΜ.: μτγν. παράλλ. τ. του συνώνυμου βαυκαλῶ (-άω) αβεβ. ετύμου προφανώς συνδ. με το αρχ. βαυβῶ “κοιμίζω, νανουρίζω” < βαῦ βαῦ [αρχ. προφορά bau bau] μίμηση του γαυγίσματος του σκύλου (λ. της παιδικής γλώσσας], πβ. λατ. Baubor “γαυγίζω”. Η ενδιαφέρουσα άποψη ότι βαυκαλώ < βαῦ + κηλῶ “μαγεύω, τέρπω” προσκρούει στο βραχύ -α- του ρ. βαυκᾶλῶ]

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας, Β΄ έκδοση, Γ΄ ανατύπωση 2006 εμπλουτισμένη – σελίδα 353

ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ: