Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 41, 2017)

ενσκήπτω

ρ. αμτβ. [ενέσκηψα) (για δυσμενή φαινόμενα) εμφανίζομαι αιφνιδιαστικά και πλήττω με ορμή: θύελλα / επιδημία / δριμύ ψύχος ενέσκηψε στη χώρα μας.
ΣΧΟΛΙΟ λ. Εγκύπτω
ΕΤΥΜ.: αρχ. Έν + σκήπτω “επιπίπτω, ενορμώ, πέφτω με ορμή” βλ.λ. σκήπτρο

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας, Β΄ έκδοση, Γ΄ ανατύπωση 2006 εμπλουτισμένη – σελίδα 615

ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ: