Κατηγορίες
στήλες

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 37, 2017)

Μαρασμώδης, -ης, -ες

(Μτγν.) μαρασμώδ-ους |-εις (ουδ. -η)

Αυτός που έχει εξασθενήσει ή ξεπέσει σε μεγάλο βαθμό, που βρίσκεται σε παρακμή: ~ κατάσταση (στο εμπόριο, στις συναλλαγές, στην οικονομία κλπ)
ΣΥΝ.: μαραζιασμένος, μαραμένος, άτονος ΑΝΤ.: ζωηρός, νευρώδης, σφριγηλός, αμαίος

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας, Β΄ έκδοση, Γ΄ ανατύπωση 2006 εμπλουτισμένη – σελίδα 1048