Κατηγορίες
στήλες

Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 33, 2017)

Οψιγενής, -ης, -ές [οψιγεν-ούς | -είς (ουδ. ή)]

1. αυτός που γεννήθηκε μετά από τον θάνατο του πατέρα του
2. αυτός που γίνεται ή εκδηλώνεται καθυστερημένα και παράκαιρα: ~ ενδιαφέρον.

ΣΧΟΛΙΟ: -ης, -ης, -ες.
[ΕΤΥΜ: μεσν. < ὀψι – (βλ.λ. οψέ) + -γενής (γίγνομαι). πβ. Αορ. β’ ε-γεν-όμην]

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας, Β΄ έκδοση, Γ΄ ανατύπωση 2006 εμπλουτισμένη – σελίδα 1293