Η λέξη της εβδομάδας (εβδομάδα 32, 2017)

βεληνεκές (το)
[1870] (βεληνεκ-ούς | -ή, -ών) 1 η απόσταση από το σημείο βολής ως το σημείο πτώσης του βλήματος πυροβόλου όπλου: μέσο / μικρό / μεγάλο ~, το μέγιστο ~ . 2. (μτφ) η απήχηση, η επιρροή στο κοινωνικό σύνολο: ηγέτης μεγάλου πολιτικού ~
ΣΧΟΛΙΟ: λ. εμβέλεια.
ΕΤΥΜ.: ουσιαστικοπ. ουδ. ρου επιθ. βεληνεκής < βέλος + -ηνεκής (με έκταση του αρχ. φωνήεντος εν συνθέσει < θ. ενεκ – πβ αορι. Β’ ἤνεηγκ-ον (ρ. φέρω) αρχ. δι-ηνεκ-ής (βλ.λ).

Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας, Β΄ έκδοση, Γ΄ ανατύπωση 2006 εμπλουτισμένη – σελίδα 357

ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΙΣΩΣ ΣΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ: